MA GRECE – Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΟΥ

Sur une longue route, sèche et sinueuse, avancent –
À pas lents –
Fatigués –
Un vieil âne et son maître
Lestés tous deux du fardeau herbeux d’une très longue journée.

Σε ένα μακρύ δρόμο, ξηρό και γεμάτο στροφές, προχωρούν,
Με αργά βήματα –
Κουρασμένοι –
Ένα γέρος γάιδαρος και το αφεντικό του
Φορτωμένοι και οι δύο με φορτία από χόρτα μετά από μία επιπονη μέρα.

L’homme et sa bête progressent les yeux mi-clos.
Leur marche lourde, alanguie mais certaine –
Mieux rythmée qu’un poème
Sous les rayons obliques
Et le sourire mielleux du soleil moqueur –
Promet le but atteint, le repos et le foin,
Une caresse, un merci
Et puis une bière bien fraîche
Enfin !

Ο άνθρωπος και το ζώο του προχωρούν με μισόκλειστα τα μάτια.
Το βήμα τους αργό, νωχελικό αλλά σίγουρο –
Καλύτερα ρυθμισμένο κι από ένα ποίημα
Κάτω από τις λοξές ακτίνες
Και το γλυκλο και χλευαστικό χαμόγελο του ήλιου –
Υπόσχεται οταν φτασουν ξεκούραση και σανό,
Ένα χάδι, ένα ευχαριστώ
Και στη συνέχεια μια κρύα μπύρα
Επιτέλους !

La route trop bien connue n’en finit pourtant pas
Au rythme bien frappé du sabot régulier
Du mot gentil en grec sans cesse prononcé
Qui serpente au bord des oliviers
Au détour des figuiers barbares
Du thym, des herbes folles
Pour arriver à l’heure dite –
Au terme du chemin.

Ο δρόμος πάρα πολύ γνωστός, ακόμη δεν λέει να τελειώσει
στο σωστό και τακτικό ρυθμό της γαλότσας
Της λέξης καλός στα ελληνικά συνέχεια επαναλαμβανόμενης
Που διασχύζει δίπλα απο τις ελιές
Γύρω από τα φραγκόσυκα
Το θυμάρι και τα άγρια χόρτα
Για να φτάσουν στην ώρα τους –
Στο τέλος της διαδρομής.

Le chemin se trace encore dans les pas empruntés
Par les mules aveugles
Leurs muletiers courageux
Sous les monts ombrageux
Et l’éclair flamboyant
Des dieux trop sourcilleux.

Ο δρόμος σχηματίζεται πάλι μεσα στα ίδια βήματα
Από τα τυφλά μουλάρια
Τους θαρραλέους μουλαράδες
Κάτω από τα σκιερά βουνά
Και τις εκτυφλωτικές αστραπές
Των υπεροπτικών Θεών.

Sur une chaise de paille bleue en terrasse ombragée
Je vois arriver enfin ces deux êtres épuisés.
Ils passent devant moi, les yeux cicatrisés
Par leurs larmes séchées.

L’homme freine sa monture arrêtée.

Σε μια αχυρένια γαλάζια καρέκλα, στη σκιά της ταράτσας
Βλέπω να φτάνουν επιτέλους αυτά τα δύο εξαντλημένα όντα.
Περνάνε μπροστά μου, με τα μάτια τσιμπλιασμένα
Από τα αποξηραμένα τους δάκρυα.

Ο άνθρωπος σταματάει το υποζυγίό του.

Au cri du mari qui prévient qu’ils sont là
(Lui, l’âne et le chargement)
L’épouse inquiète sort aussitôt
Heureuse et tout de noir vêtue
De l’ombre assoupie de la maison
Demeurée solitaire depuis l’aube.

Στη κραυγή του συζύγου που πληροφορεί οτι έφτασαν
(Αυτός, ο γάιδαρος και το φορτίο)
Η σύζυγος ανήσυχη βγαίνει αμέσως
Χαρούμενη και ντυμένη στα μαύρα
Στη κοιμισμένη σκιά του σπιτιού
Παρέμεινε μόνη από το ξημέρωμα.

La femme hospitalière et sans méfiance aucune
M’avait invité, moi, le visiteur las arrivé à la fin du matin
À me reposer –
Puis à me restaurer.

Η γυναίκα φιλόξενη και χωρίς καμία δυσπιστία
Με είχε προσκαλέσει, εμένα, τον κουρασμένο επισκέπτη που έφτασε το πρωί
Να ξεκουραστώ –
Και στην συνέχεια να φάω.

Elle m’avait offert un œuf dur
Quelques pois chiches
Des tomates parfumées en ses quartiers
Des olives vertes, noires et violettes
Du fromage de sa chèvre
Et
Un joli verre de vin.

Μου πρόσφερε ένα σκληρό βραστό αυγό
Μερικά ρεβίθια
Αρωματικές ντομάτες από την γειτονιά
Πράσινες ελιές, μαύρες και μώβ
Τυρί από την κατσίκα της
Και
Ένα ωραίο ποτήρι κρασί.

Elle m’avait invité chez elle dans la langue commune
De ses yeux bleus du ciel, de son sourire édenté,
De ses mains calleuses ouvertes
Et du parchemin brûlé de sa peau.

Με προσκάλεσε στο σπίτι της στην δική της γλώσσα
Με τα μάτια της γαλάζια του ουρανού, με το χωρίς δόντια χαμόγελό της,
Με τα ροζιασμένα ανοιχτά χέρια της
Και το καμένο δέρμα της σαν περγαμηνή.

Rentrant de l’écurie où l’âne abreuvé, nourri,
Lentement caressé, repu de gourmandises,
Se reposait enfin jusqu’à l’aube prochaine,
L’homme vint vers moi
Les bras écartés comme ses lèvres ouvertes.

Επιστρέφοντας από το σταύλο όπου ο γάιδαρος έφαγε και δροσίστηκε,
Χάιδευετηκε σιγά και χόρτασε γλυκά,
Αναπαύεται επιτέλους μέχρι την επόμενη αυγή,
Ο άνδρας ήρθε προς το μέρος μου
Με τα χέρια απλωμένα και τα χείλια ανοιχτά .

L’homme était, lui aussi, heureux d’accueillir
L’étranger.

Ο άνδρας ήταν κι αυτός ευτυχής να καλωδεχτεί
Τον ξένο

Nous bûmes leurs plus beaux alcools
Mangeâmes le meilleur des repas
Dans leur langue inconnue
Familière
Sous les étoiles
Dans la chaude fraîcheur
D’une fraternité.

Ήπιαμε τα καλύτερά τους ποτά
Φάγαμε τα καλύτερά τους φαγητά
Στην άγνωστη γλώσσα τους
Οικεία
Κάτω από τα αστέρια
Μέσα στην ζεστή δροσιά
Μιάς αδελφότητας

Leave a comment

Your comment

*